ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ "ΤΟ ΧΑΔΙ"

Φορτία οδύνης σε λογοτεχνική συμπύκνωση

[Σε μια ζεστή βραδυά, στη Locomotiva, στα Εξάρχεια, παρουσιάστηκε, την Παρασκευή 16 Ιανουαρίου, το βιβλίο του Αλέξανδρου Στεφανίδη Το Χάδι. Αν και στο μέσο της προεκλογικής περιόδου, πλήθος κόσμου γέμισε ασφυκτικά τη φιλόξενη Locomotiva, το ισόγειο και το πατάρι. Την παρουσίαση έκανε η Κατερίνα Μάτσα. Διηγήματα από το βιβλίο διάβασαν οι ηθοποιοί Ματίνα Ντούσκου, Γιώργος Μουρούτσος και η ποιήτρια Ειρήνη Ρηνιώτη. Στην παρέμβασή του ο Αλέξανδρος Στεφανίδης ήταν ευθύς και συγκινητικός.  Παρακάτω δημοσιεύουμε την εισήγηση της Κατερίνας Μάτσα.
Θ.Κ.]

Στη συλλογή διηγημάτων Tο Xάδι, με αριστοτεχνική γραφή ο συγγραφέας Αλέξανδρος Στεφανίδης υφαίνει τον κοινωνικό ιστό της μετεμφυλιοπολεμικής  Ελλάδας. Οικογένειες που κουβαλούν βαριά φορτία οδύνης, παιδιά μοναχικά, σιωπηλοί θεατές ενός δράματος που εκτυλίσσεται μέσα στο σπίτι σε πολλές πράξεις που γράφονται με φόντο την ιστορία του τόπου, την ιστορία της συγκεκριμένης οικογένειας και την ιστορία του ίδιου του αφηγητή, όπως την ανακαλεί στη μνήμη του.

Παρακολουθούμε την σε πρώτο πρόσωπο αφήγηση του οικογενειακού δράματος από το γιό - αφηγητή, μέσα από 12 διηγήματα, σπονδυλωτά, που καλύπτουν χρονικά τα παιδικά και τα εφηβικά χρόνια μέχρι την ενηλικίωση.

Ο πατέρας, γλεντζές, ευκατάστατος ψαρέμπορος με συνεταιρικό καΐκι, αρρωσταίνει. Ο συνέταιρος το εκμεταλλεύεται και έτσι ο πατέρας βρίσκεται φτωχός, να μένει στο σπίτι, καταρρακωμένος. Όλες οι προηγούμενες δραστηριότητες διακόπτονται. Μια μόνο συνεχίζεται και μάλιστα εντείνεται: ο ξυλοδαρμός της μάνας. Αυτή εκλιπαρεί έλεος «Μη Νίκο μου, μη Νίκο μου». Τραγική η θέση της γυναίκας σε μια κοινωνία, όπου τα βήματα του άντρα ακούγονται βαριά στο λιθόστρωτο, προδικάζοντας, σε μεγάλο βαθμό την μοίρα της. Η απελπισμένη κραυγή της εντυπώνεται βαθειά στον ψυχισμό του παιδιού. Η βία που σφραγίζει τις σχέσεις των γονιών στοιχειώνει μέσα του. Αδιάφορος ο πατέρας στις εκκλήσεις των παιδιών να σταματήσει να βιαιοπραγεί, εντείνει μέσα τους το αίσθημα της ανημπόριας, της ανικανότητάς τους να αποτρέψουν το κακό.

Κάποια στιγμή, και ενώ ο γιος – αφηγητής βρίσκεται στο σχολείο, στην ηλικία των 4 ετών, το κακό κορυφώνεται. Ο πατέρας χτυπά αιφνιδιαστικά, πισώπλατα, με μαχαιριές τη μάνα, την ώρα που αυτή πίνει αμέριμνη τον πρωινό καφέ της. Μετά, παραδίνεται ο ίδιος στην αστυνομία και τελικά καταδικάζεται σε 15 χρόνια φυλακή. Πεθαίνει στο νοσοκομείο των φυλακών, αμετανόητος.

Η μάνα επιβιώνει και μετά από πολύμηνη νοσηλεία επιστρέφει στο σπίτι του θείου, όπου εγκαθίσταται πλέον η οικογένεια.

Σ’ αυτό το σπίτι διαδραματίζεται η σκηνή που περιγράφεται στο πρώτο διήγημα («Η συνάντηση»). Συνάντηση του φυλακισμένου πατέρα, που βγαίνει με άδεια από τη φυλακή, με τα παιδιά του, στο σπίτι του θείου. Η περιγραφή της σκηνής συγκλονιστική. Το αγόρι από τη μια πλευρά, το κορίτσι από την άλλη. Ο πατέρας προσφέρει ένα νόμισμα είκοσι δραχμών στο γιο με ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού. Το παιδί δεν κινείται να το πιάσει. Διστάζει. Αμφιθυμικά τα συναισθήματα για τον πατέρα, το παραλύουν. Συλλαμβάνει όμως με την άκρη του ματιού του το δάκρυ του πατέρα. Απ’ τη δύσκολη θέση τους βγάζει όλους ο θείος που τον προτρέπει: «πάρτο». Πατέρας – αφέντης, πατέρας – δυνάστης, πατέρας – θύμα. Θύμα κοινωνικών καταστάσεων και ιδεολογικών αντιλήψεων που, ριζωμένες βαθειά στο μυαλό των ανδρών, μοιάζουν φυσικές, για τη θέση της γυναίκας μέσα στην κοινωνία και τα δικαιώματα του άντρα πάνω της. Μπορεί άραγε να ξεφύγει αυτός ο πατέρας από όλες τις προκαταλήψεις που τον αλυσοδένουν και τον κάνουν να αισθάνεται ακόμα πιο ακυρωμένος σαν άνδρας όταν έρχεται η αρρώστεια και η εκπτώχευση, ο κοινωνικός ξεπεσμός; Η τεράστια οργή που συσσωρεύεται μέσα του οπλίζει το χέρι που κρατά το μαχαίρι. Στο πρόσωπό της γυναίκας του και στην απιστία της βλέπει μια ολόκληρη κοινωνία να τον χλευάζει για τον ξεπεσμό του, να του πετά κατάμουτρα την περιφρόνησή της. Τη μισεί και θέλει να την καταστρέψει, να πάψει να υπάρχει για να τον βασανίζει. «Όπου τη βρω θα τη σκοτώσω». Θέλει να σκοτώσει ό,τι συμβολίζει τη δική του αποτυχία, τον ίδιο τον εαυτό του που το άλλο του μισό αντιπροσωπεύει η γυναίκα του, η δική του γυναίκα που πρέπει να ανήκει μόνο σε αυτόν.

Η μάνα, πιασμένη κι αυτή στα δίχτυα αυτής της σχέσης εξουσίας, ενοχοποιημένη και φοβισμένη, αποφεύγει να μιλά γι’ αυτά που γίνονται μέσα στο σπίτι. Δεν απαντά στα αγωνιώδη ερωτήματα των παιδιών. Συνεχίζει να αγωνίζεται για την επιβίωσή τους. Δεν υπάρχει χρόνος για τρυφερότητες και προσωπικές συζητήσεις.

Το παιδί – αφηγητής μεγαλώνει μέσα σ’ αυτό το κλίμα της εσωτερικευμένης βίας, των μυστικών, του άφατου πόνου, της στέρησης. Στέρηση υλική, αφού είναι φτωχοί άνθρωποι και δύσκολα τα βγάζουν πέρα. Μα πάνω απ’ όλα στέρησης συναισθηματικής. Δεσπόζει στο εσωτερικό του σύμπαν η απουσία του πατέρα. Η στέρηση μεγαλώνει και γίνεται αβάσταχτη όταν η μάνα τον βάζει, εσώκλειστο, στο ορφανοτροφείο. Αυτή πιστεύει ότι εκεί δεν θα του λείπει τίποτα και θα γίνει καλό παιδί. Σ’  έναν αυταρχικό θεσμό εναποθέτει η μάνα τις ελπίδες της για την αναπλήρωση της πατρικής απουσίας. Κι αυτός ο θεσμός είναι τόσο κατασταλτικός…

Η αυστηρή ιεραρχία, η τιμωρία, τα καψόνια, οι εξευτελισμοί κάνουν τη ζωή του μαρτύριο. Περιμένει με αγωνία το επισκεπτήριο της Κυριακής για να ζητήσει από τη μάνα του να τον ξαναπάρει πίσω, στο σπίτι, να γλιτώσει από την ολοκληρωτική καταρράκωση. Σκοντάφτει ξανά και ξανά στην επίμονη άρνησή της. Για το καλό του. Ο καιρός περνά δύσκολα σ’ αυτά τα ιδρύματα. Ορφανοτροφείο, έγραφε η πινακίδα που πρωτοαντίκρυσε και όχι σχολείο, όπως είχε πει η μάνα του. Μα γιατί ορφανοτροφείο, αφού δεν είναι ορφανός; Ζωντανός – νεκρός λοιπόν, ο πατέρας που κουβαλά μέσα του. Παρουσία – απουσία. Και η μάνα; Καθώς οι μέρες κυλούν δύσκολα στο ορφανοτροφείο, παίρνει κι αυτή τη θέση της παρουσίας – απουσίας μέσα του. Τόσο κοντά του, που την αναγνωρίζει από τα βήματα που κάνει, όταν τον επισκέπτεται τις Κυριακές, απ’ τα παπούτσια της, και τόσο μακριά του, που δεν ακούει τη φωνή του, όταν την εκλιπαρεί να τον πάρει μαζί της, να μην τον αφήσει στα θηρία, τους παιδονόμους, τους επιμελητές, τον Διευθυντή, που τους αισθάνεται να τον κατασπαράζουν. «Σπαράζει, κι η μάνα του αναψοκοκκινισμένη προσπαθεί να φύγει. Την τραβά απ’ το μανίκι. Γλιστρά και πέφτει χάμω. Εκείνη ανοίγει την ταμπλαρισμένη με τα τετράγωνα σχήματα γυαλιού πόρτα του γραφείου και προσπαθεί να τον κλειδώσει μέσα. Φωνάζει, χτυπιέται, βάζει όλη του τη δύναμη, τραβά ν’ ανοίξει. Το χερούλι σπάει από μέσα. Η μάνα πετάγεται στον τσιμεντένιο διάδρομο. Αυτό το διάδρομο που διέσχισε τρέχοντας πριν από δυο ώρες για να κρεμαστεί στα κάγκελα, να περιμένει τα πόδια της να φανούν από το ψηλό πλατύσκαλο του μπλε λεωφορείου. Τώρα, τη βλέπει ολόκληρη ν’ απομακρύνεται βιαστικά. Παρακολουθεί τις γάμπες της. Κινούνται ανάποδα. Τα μαύρα παπούτσια με τα τετράγωνα τακούνια, πατούν καλά στο έδαφος.» (σελ. 27-28, Το Επισκεπτήριο). Η ζωή στο ορφανοτροφείο: μια ελεγεία της στέρησης, της κακοποίησης, του αυταρχισμού, της ματαίωσης, της δυστυχίας, της απόγνωσης.

Από τη μάνα του κρατά κάποιες αναμνήσεις, από τις διακοπές, όταν ταξίδευαν κατάστρωμα και ο ασυρματιστής τους «φιλοξένησε» στο κρεβάτι του. Εκείνες τις στιγμές υποχρεώθηκε να παρακολουθεί, άθελά του, τις τελετουργικές κινήσεις της ερωτικής συνεύρεσης της μάνας με τον ασυρματιστή. Όταν ησύχασαν όλα είδε μακριά, στο βάθος του ορίζοντα, τον ήλιο. Το μάτι, έλεγε ο Leonardo Da Vinci, είναι η πόρτα που οδηγεί στην ψυχή. Την ώρα λοιπόν του σοβαρού ψυχικού τραυματισμού, της στιγμή της ερωτικής πράξης της μάνας με τον ασυρματιστή του πλοίου, που την βιώνει με τρόμο και πανικό, έχοντας κατακλυσθεί από τρομερό άγχος, εκείνη τη στιγμή το μάτι συλλαμβάνει τον κατακόκκινο δίσκο του ήλιου που δύει. Και αυτός ο κατακόκκινος ήλιος γίνεται σύμβολο της τραυματικής σκηνής που εντυπώνεται βαθιά στην ψυχή του μικρού αγοριού. Και με αυτήν την εικόνα αποχαιρετά τη νεκρή πια μάνα του στο ξόδι της. Ο ήλιος να δύει κατακόκκινος στο Γ’ Νεκροταφείο, όπως τότε στο καράβι. Τόσο κοντά του αυτό το πρόσωπο και τόσο μακριά ταυτόχρονα. Πώς να της κρατήσει κακία; Και πώς να την κλάψει τώρα στο ξόδι της, όταν τα δάκρυα που έχυσε όλα τα χρόνια στο ορφανοτροφείο ήταν τόσα πολλά που στέρεψαν πια; «Δεν θρηνούσε το χαμό της μάνας του, που δεν θα την έβλεπε πια. Έκλαιγε γιατί δεν μπορούσε να την κλάψει. Την είχε θρηνήσει πολλά βράδια πριν, στην ερημιά του απέραντου θαλάμου του Ορφανοτροφείου, όταν η μνήμη – μαχαίρι στριφογύριζε στο στήθος του, για να του θυμίζει το τάμα». Αυτό όμως που κρατά ζωντανό μέσα του είναι ένα χάδι της, στα 6 του χρόνια. «Τώρα κοιτούσε τη μάνα του μέσα στο φέρετρο να αποχωρεί. Να απομακρύνεται οριστικά. Ανεπίστροφα. Αν και αρχές καλοκαιριού, τον διαπέρασε μια παράξενη ψύχρα. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που ένιωσε τη ζεστασιά της στο σώμα του. Ήταν έξι χρονών και βρίσκονταν σε μια συγγενική επίσκεψη. Τον είχε όρθιο στην αγκαλιά της, ανάμεσα στα πόδια της, με την πλάτη γυρισμένη, και του δάγκωσε χαδιάρικα το αυτί. Ένιωσε την υγρασία των χειλιών της να τον πλημμυρίζει. Χρόνια κρατούσε ζωντανή τη μνήμη από το υγρό χάδι της» (σ. 62, «Η Έξοδος»), λέει στο τελευταίο διήγημα, που αποτελεί και την Εξόδιο ακολουθία της μάνας του. Ένα χάδι με μια σαγηνευτική ερωτική στα μάτια του παιδιού διάσταση –ποιο παιδί δεν έχει τέτοιες αναμνήσεις;-  αφετηρία μιας σειράς μεταθέσεων, συμπυκνώσεων, μετουσιώσεων που οδηγούν στη δημιουργία, στη λογοτεχνική γραφή, το κάστρο που οχυρώνεται για να προστατευθεί ο ψυχισμός του. Η δημιουργία γίνεται ένα μέσον που τον καθιστά ανεξάρτητο από επιθυμίες, και κατά συνέπεια, και από το θάνατο.

Η μάνα μέσα του μπερδευόταν και με άλλες περσόνες, άλλες μητρικές φιγούρες, στην απελπισμένη του προσπάθεια να καλύψει το κενό της εσωτερικής απουσίας της. «Στο κυριακάτικο επισκεπτήριο την κοιτούσε διαφορετικά. Μάλλον σα να τη θαύμαζε. Εκείνη το πρόσεξε και του είπε: Μα τι έχεις; Πήγε κοντά της. Μαμά, είσαι δασκάλα; Δεν άκουσε τι της είπε και συνέχισε να τον ρωτάει αν είναι καλά. Είσαι δασκάλα; ξανάπε πιο δυνατά. Έκπληκτη κοίταξε την παιδονόμο, λίγο πιο κει. Όταν συνάντησε το βλέμμα της, ρώτησε: Μα τι λέει;» («The letters», σ. 60). Η μορφή της μάνας συγχεόταν μέσα του με εκείνη της φιλάνθρωπης κυρίας, της αμερικανίδας δασκάλας που του έγραφε γράμματα στο ορφανοτροφείο, υπογράφοντας «η μαμά σου». Η πραγματικότητα της μάνας και το φάντασμά της, δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, που η ζωή στο Ορφανοτροφείο  και η ανάγκη να μη συνθλιβεί από αυτήν τον υποχρεώνει να κρατά και τις δύο μαζί, να κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, να καταφεύγει πότε στη μια και πότε στην άλλη, ενώ την ίδια στιγμή η διαρκής διάψευση κάθε προσδοκίας μέσα στο Ορφανοτροφείο έκανε και τις δύο φιγούρες ανοίκειες.

Είναι καταπληκτική η σκηνή της ομαδικής ανάγνωσης των γραμμάτων των φιλάνθρωπων αμερικανίδων κυριών στα «ορφανά» και η απάντηση που γράφεται από τον Διευθυντή, μοιράζεται στους παιδονόμους, αντιγράφεται από τα παιδιά, μεταφράζεται από τη γραμματέα και στέλνεται πανομοιότυπη σε κάθε τέτοια «μάνα» σε όλες τις πολιτείες της Αμερικής.

Παρ’ όλα αυτά του άρεσε να διαβάζει ξανά και ξανά αυτά τα γράμματα, μόνος του τα βράδια. Του άρεσε αυτή η ψευδαίσθηση, μια μάνα που νοιάζεται γι’ αυτόν και του γράφει τρυφερά γράμματα.

Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτό το βαθύτατα και πρώιμα τραυματισμένο παιδί, που έζησε μέσα στη στέρηση, υλική και συναισθηματική, που λαχταρούσε λίγη τρυφερότητα και αγάπη από τη μάνα, τον πατέρα, ένα φίλο, με ορατό κάθε στιγμή το φάντασμα της ματαίωσης των προσδοκιών του –όπως με το φίλο που τον φιλοξένησε στο σπίτι της αδελφής του και τον παρενόχλησε σεξουαλικά στη διάρκεια της νύχτας- αυτό το παιδί κατάφερε να μετουσιώσει τα ψυχικά του τραύματα και να αντλήσει απ’ αυτά τα οδυνηρά βιώματα τη δύναμη που γαληνεύει. Και γαληνεύει δημιουργώντας. Η κάθαρση έρχεται γράφοντας. Γι’ αυτό η γραφή του Αλ. Στεφανίδη πέφτει σαν βάλσαμο και στις δικές μας τις ψυχές.

«Στη λογοτεχνία, μέσα στο ασυνείδητο του κειμένου, δίνουν ραντεβού, με συνένοχο τρόπο, το συλλογικό ασυνείδητο (που αντιστοιχεί στον πολιτισμό της εποχής) με το ατομικό ασυνείδητο του συγγραφέα και στη συνέχεια με εκείνο του αναγνώστη», έγραφε ο Daniel Fanguin (Daniel Fanguin “Le psychisme. Realité et sujet psychique” ed. Ellipses, 2009). Η απόλαυση της ανάγνωσης ενεργοποιεί τον ψυχισμό του αναγνώστη, παράγοντας πάντα νέα νοήματα, για το ίδιο το άτομο, την κοινωνία και το σύμπαν.

Έτσι, αυτά που γράφει ο συγγραφέας, ο τρόπος που τα γράφει, με την ευαισθησία που τον χαρακτηρίζει, αλλά και αυτά που αποσιωπά αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα από όσα σκέφτεται να πει για τον εαυτό του, την εποχή του και τα πάθη της.

Γιατί τα κλειδιά της γλώσσας του ασυνειδήτου ανοίγουν τις πόρτες σ’ ένα άλλο σύμπαν, το σύμπαν του οικουμενικού που υπερβαίνει την καθημερινότητα και την ατομική δυστυχία και οδηγούν εκεί όπου αποκτούν το πραγματικό τους νόημα, καθώς αποκρυπτογραφούνται, οι ανθρώπινες συμπεριφορές και όπου η ψυχική πραγματικότητα λειτουργεί και ως φορέας μιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Αυτή ορίζει και το μέτρο της ατομικής απόγνωσης και της οδύνης που μετουσιώνεται σε δημιουργία, έστω και αν το ψυχικό υλικό απ’ το οποίο πηγάζει παραμένει σε κάποιο βαθμό ανεπεξέργαστο.

Γιατί η διαδικασία της δημιουργίας έχει πολλαπλές αφετηρίες στις εσωτερικές της πηγές, που, ανάμεσά τους βρίσκονται και οι πρώιμοι και οι όψιμοι ψυχικοί τραυματισμοί. Τα τραύματα προκαλούν ρωγμές στον ψυχισμό και γίνονται, συνήθως, πηγή άφατης δυστυχίας που μπορεί να πάρει πολλές ψυχοπαθολογικές μορφές στη ζωή του τραυματισμένου ατόμου.

Η δημιουργία όμως διαμορφώνει τους αναγκαίους όρους για την αποκατάσταση του αισθήματος της συνέχειας και της διάρκειας του εαυτού, την ενίσχυση του αισθήματος της ταυτότητάς του, την επούλωση των ρωγμών, κάνοντας ικανό αυτό το άτομο να λειτουργεί βιώνοντας την προσωπική του ιστορία ως μέρος της ιστορίας του ευρύτερου συνόλου, στο οποίο εντάσσει τον εαυτό του. Να μιλά για τη ζωή στο ορφανοτροφείο μέσα στο πλαίσιο της μετεμφυλιοπολεμικής Ελλάδας, για το προσωπικό δράμα ως δράμα ενός λαού, που τα ορφανεμένα του παιδιά παρηγοριούνται και παίζουν με τα γράμματα των αμερικανίδων φιλάνθρωπων κυριών –μέρος κι αυτό του σχεδίου Μάρσαλ;- με τη στερεότυπη σε όλα υπογραφή «η μαμά σου». Άλλωστε, όπως τονίζει ο Otto Rank (L’ art et l’ artiste ed. Payot, 2014) τα βιώματα και οι επιρροές που έχει κανείς στην παιδική του ηλικία συμβάλλουν με τον τρόπο τους στη διαμόρφωση τόσο του ψυχισμού και της προσωπικότητας του υποκειμένου όσο και του έργου του ως δημιουργού. Μπορούν δηλαδή να δράσουν και ως δύναμη δημιουργίας και συνειδητής καλλιτεχνικής θέλησης.

Μέσα λοιπόν απ’ αυτή την αφήγηση, συγκλονιστική στη λιτότητά της, μέσα από τη λογοτεχνική δημιουργία, ο συγγραφέας γίνεται ικανός να επεξεργασθεί τις απώλειες που έχουν συσσωρευτεί στον ψυχισμό του, τις απώλειες των πρωταρχικών αντικειμένων συναισθηματικής επένδυσης, του πατέρα και της μάνας, αλλά και τις άλλες απώλειες και διαψεύσεις επιθυμιών και προσδοκιών, όχι μόνο προσωπικών αλλά και ολόκληρης της γενιάς του. Η γραφή του, πηγή απόλαυσης για τον αναγνώστη, δημιουργεί τους όρους που τον κάνουν ικανό να αντέξει τις διαψεύσεις, να τις κάνει, τελικά, κινητήρια δύναμη μιας γόνιμης ψυχικής δραστηριότητας, που δημιουργεί στο πεδίο της γλώσσας και του συμβολικού γενικά και οικοδομεί ανθρώπινες σχέσεις με ενσυναίσθηση, βάθος και ορίζοντες, ρίχνοντας στον κόσμο ένα βλέμμα διαρκώς νέο. Και αυτό, κατά τον Winnicot (Conversations ordinaires ed. Gallimard 1988) σημαίνει δημιουργική ζωή. Γιατί η δημιουργικότητα είναι ένας τρόπος αντίληψης που δίνει στο πρόσωπο το αίσθημα ότι τη ζωή αξίζει τον κόπο να τη ζει κανείς.

Κατερίνα Μάτσα