Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ Ο ΠΗΓΑΣΟΣ

Εις μνήμην του Δημοκράτη Κ.

 

Δεκέμβρης 2014 κι ο πατέρας μου, o Πήγασος, φεύγει. Για το τελευταίο του, χωρίς επιστροφή, ταξίδι. Αυτός που κάποτε, σαν  γύριζε απ’ την δουλειά, αργά το απόγευμα, μ’ ανέβαζε στα γόνατά του πάνω, άπλωνε τα χέρια του τα μεγάλα σαν τα φτερά του Πήγασου, του μυθικού αλόγου, και με ταξίδευε πάνω από πολιτείες, δάση και θάλασσες, σε τόπους άγνωστους και μακρινούς, ίσως κι ανύπαρκτους, και το μικρό διαμέρισμα δυάρι, που ’χε ένα χαμηλοτάβανο σαλόνι σαν πατάρι, κάτι σαν ατελιέ μποέμ ζωγράφου, μεγάλωνε κι απλωνότανε μέχρι τ’ άκρια του κόσμου σε χώρες τροπικές, σε ώρες νυχτερινές, με φεγγάρια ολόγιομα, σε κόσμους ένοιωθα ουτοπικούς, κι εγώ, πάνω στου Πήγασου τα πατρικά φτερά, αναζητούσα άλλους παραδείσους, πέρα απ’ της μάνας μου την αγκαλιά, φεύγει· πλήρης ημερών, λένε, αλλά πως να πληρωθεί το άπειρο της επιθυμίας με το πεπερασμένο της ύπαρξης; Φεύγει, λαφρανασαίνοντας αδύναμα μες στη διάφανη μάσκα οξυγόνου σαν ψαράκι στη γυάλα, με τα μάτια κλειστά, χαμένος σε ποιος ξέρει τι κόσμους, κι ίσως ν’ ακούει, δεν μπορεί, θ’ ακούει, τα τραγούδια που σιγοτραγουδώ στο προσκέφαλό του, την Διεθνή και το A las barricadas, για να παίρνω δύναμη και κουράγιο και να σταθώ όρθιος, τα τραγούδια αυτών που στο «Ζήτω ο Θάνατος» των Φαλαγγιτών αντέταξαν το «Ζήτω η Ζωή» τού Ουναμούνο που μαρτυρούσε πως «ο Δον Κιχώτης πέθανε και πήγε στην Κόλαση, μπήκε εκεί μέσα με το κοντάρι του προτεταμένο, απελευθέρωσε όλους τους κολασμένους, όπως είχε κάνει με τους καταδικασμένους, έκλεισε τις πύλες της και, αποσπώντας την επιγραφή που είχε δει εκεί ο Δάντης, έβαλε μια άλλη που έγραφε: “Ζήτω η Ελπίδα”».

Ο Πήγασος αργοσβήνει στο θλιβερό καταθλιπτικό δωμάτιο περασμένων αιώνων της Σωτηρίας, δωμάτιο-κελί, φτιαγμένο από τα σκατά που έχουν στο κεφάλι τους οι Εξουσιαστές και όχι απ’ της έσχατης τεχνολογίας τα θαύματα που θέλουν οι Ελευθεριακοί: ολογραμματικές αναπαραστάσεις της απαστράπτουσας γαλάζιας θάλασσας, της θαλπωρής του σπιτιού ή ό,τι άλλου...

Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά του 2014-2015 κι είναι σαν να ‘ναι του 1914-1915. Ο τρόμος και η αθλιότητα των νοσοκομείων του μετώπου έχει αντικατασταθεί από τον τρόμο και την αθλιότητα του βομβαρδισμένου απ’ τους καπιταλιστές ΕΣΥ. Χιλιάδες γιατροί και νοσηλευτές έχουν εξοντωθεί από τα ταξικά τοξικά όπλα των αστών. Στους εναπομείναντες θαλάμους στοιβάζονται δεκάδες ασθενείς και καταταλαιπωρημένοι συνοδοί. Τα παχύρρευστα πτύελα των πνευμονοπαθών στοχεύουν τα μούτρα των πατέρων και μητέρων του έθνους και των αφεντικών τους και κρέμονται εκεί πάνω, στα μέτωπα τους, σαν παράσημα που κέρδισαν στον αγώνα για την «σωτηρία της χώρας».

Νύχτα και, μέσα απ’ τα δέντρα που περιβάλλουν τα στοιχειωμένα ερείπια, ένα κιτρινιάρικο φεγγάρι κοιτάζει ηλίθια τον τόπο των κολασμένων. Πρέπει να το γκρεμίσουμε κι αυτό απ’ τον ουρανό, είναι απάνθρωπο, ό,τι υπάρχει αξίζει να καταστραφεί.

Ο πατέρας μου, αγροτόπαιδο, επονίτης, γεωπόνος, γλύπτης, ζωγράφος, λάτρης του Παλαμά, σωσίας του Εμπειρίκου, θρήσκος –αφού ήθελε ν’ αφουγκράζεται την καρδιά αυτού του άκαρδου κόσμου -ψηφοφόρος του Εργατικου Επαναστατικού Κόμματος- για να πετάξει τις αλυσίδες και να περισυλλέξει το ζωντανό ανθό – και Πήγασος, έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι στις μια και πέντε μιας νύχτας έξω από τον χρόνο του 2015. Τελικά το φτερωτό άλογο των παιδικών μου χρόνων δεν ήταν αθάνατο, όπως έλεγε ο μύθος. Γιατί «Θεοί αρχόντοι βασιλιάδες /με πλάνα λόγια μας γελούν /της γης οι σκλάβοι κι οι ραγιάδες /μοναχοί τους θα σωθούν».

Βασίλης K.