ΒΙΟ-ΦΑΡΜΑΚΟ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΩΜΑ : ΜΙΑ ΙΕΡΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΑΜΟΙΒΑΙΟΥ ΟΦΕΛΟΥΣ

ΒΙΟ-ΦΑΡΜΑΚΟ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΩΜΑ : ΜΙΑ ΙΕΡΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΑΜΟΙΒΑΙΟΥ ΟΦΕΛΟΥΣ

Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου

 

Μπορεί το σκάνδαλο με τη Novartis να χαρακτηρίζεται, και να μοιάζει, ως «χωρίς προηγούμενο» για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά δεν είναι παρά μια έκφραση της σκανδαλώδους κανονικότητας του τρόπου που λειτουργεί διεθνώς η ιερή συμμαχία αμοιβαίου οφέλους μεταξύ του πολιτικού συστήματος και των φαρμακοβιομηχανιών (και φυσικά μεγάλης μερίδας του ιατρικού σώματος). Βλέπουμε στην υπόθεση Novartis πολλούς γνωστούς και μη εξαιρετέους πολιτικούς αναμεμειγμένους. Και αυτό, ωστόσο, όπως και πολλά άλλα της τρέχουσας επικαιρότητας, δεν είναι «εθνική υπόθεση». Είναι «νοτιοβαλκανικό» παρακλάδι διεθνών διεργασιών που έχουν την πηγή τους στα διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα.

 

Θα επικεντρώσουμε, εν προκειμένω, στις λεπτομέρειες ενός παλιότερου σκανδάλου, που είχε ξεσπάσει στις ΗΠΑ, με μια άλλη φαρμακευτική εταιρεία και του οποίου οι ποικίλες πτυχές έχουν πολλά να διδάξουν για το πώς λειτουργεί το σύστημα - για το πολυδαίδαλο δίκτυο διαπλοκής και διαφθοράς, που υφαίνεται γύρο από τα τεράστια κονδύλια των εταιρειών για δωροδοκία και εξαγορά όλων των κομβικών σημείων στην διακίνηση και προώθηση του φαρμάκου. Η περίπτωση αυτή αφορά τα ψυχοφάρμακα και την εμπλοκή της κυβέρνησης Μπους του νεότερου, πριν 14 χρόνια, με την Eli Lilly για την προώθησή τους στα παιδιά.

 

Ήδη πριν από την επανεκλογή της, το 2004, η κυβέρνηση Μπους είχε ανακοινώσει ότι προωθούσε ένα υποχρεωτικό πρόγραμμα «ψυχικής υγείας», που αφορά στον έλεγχο όλου του πληθυσμού των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανόμενων όλων των παιδιών -και αυτών της προσχολικής ηλικίας- για την πιθανότητα «ψυχικών διαταραχών», ήδη παρόντων, ή με προδιάθεση ν’ αναπτυχθούν στο μέλλον, έτσι ώστε τα παιδιά αυτά να κάνουν «έγκαιρη θεραπεία» με ψυχοφάρμακα, αντιψυχωσικά και αντικαταθλιπτικά1.

Όπως αποκάλυψε το περιοδικό “British Medical Journal” (BMJ), η κυβέρνηση Μπους είχε ορίσει τον Απρίλιο του 2002 μια Επιτροπή, με το όνομα «Πρωτοβουλία Νέας Ελευθερίας» (New Freedom Initiative) με σκοπό να κάνει μια πλήρη μελέτη του συστήματος παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας των ΗΠΑ. Η Επιτροπή εξέδωσε τις συστάσεις της, τον Ιούλιο του 2003 και η κυβέρνηση Μπους έδωσε οδηγίες σε περισσότερους από 25 ομοσπονδιακούς φορείς να αναπτύξουν ένα σχέδιο εφαρμογής βασισμένο πάνω σ’ αυτές τις συστάσεις2.

 

Οι προτάσεις της Επιτροπής συνοψίζονταν στον ολοκληρωτικό έλεγχο (screening), από πλευράς ψυχικής υγείας, των «καταναλωτών όλων των ηλικιών». Σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτό είναι αναγκαίο γιατί, «παρά την συχνότητά τους, οι ψυχικά διαταραχές συχνά δεν διαγιγνώσκονται»3.

 

Ο πρόεδρος της Επιτροπής, ψυχίατρος Graham Emslie, δήλωνε τότε ότι «κάθε χρόνο μικρά παιδιά διώχνονται από το νηπιαγωγείο και τους παιδικούς σταθμούς λόγω εξαιρετικά διαταρακτικών συμπεριφορών και συναισθηματικών διαταραχών». «Υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία ότι αν ταυτοποιήσεις, σ’ ένα πρώιμο στάδιο, τα παιδιά που είναι επιθετικά, μπορείς να παρέμβεις… και ν’ αλλάξεις την διαδρομή της ζωής τους»4.

 

ΤΟ “TEXAS PROJECT”

Ο Gr. Eslie είναι αυτός που είχε επιμεληθεί της ανάπτυξης του γνωστού ως «πιλοτικού προγράμματος του Τέξας», πάνω στο οποίο βασίστηκε το σχέδιο της κυβέρνησης Μπους5. Το πιλοτικό αυτό πρόγραμμα ήταν γνωστό ως “Texas Medication Algorithm” (TMAP) και είχε εφαρμοστεί από τον Μπους, όταν ήταν κυβερνήτης του Τέξας, στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και στο σωφρονιστικό σύστημα (φυλακές) της πολιτείας αυτής, με την χρηματοδότηση, μεταξύ άλλων και αρκετών μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών και με τη θερμή υποστήριξη της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (ΑΡΑ), που είχε καλέσει για την αύξηση της χρηματοδότησης για την εφαρμογή του σχεδίου αυτού. Όπως δήλωσε ο διευθυντής του τομέα έρευνας της ΑΡΑ, «αυτό που είναι καλό με το ΤΜΑΡ, είναι ότι αποτελεί ένα λογικό σχέδιο βασισμένο πάνω σε στοιχεία για την αποτελεσματικότητα από κλινικές δοκιμές».

Το ΤΜΑΡ προωθούσε τη χρήση των νέων και πανάκριβων αντιψυψωσικών και αντικαταθλιπτικών για την θεραπεία, μεταξύ άλλων, των παιδιών σχολικής ηλικίας, στα οποία έχει τεθεί η διάγνωση «προβλήματα συμπεριφοράς».

Οπως έγραψε το British Medical Journal, «το σχέδιο που προτείνει η Επιτροπή που όρισε ο Μπους, ξεκινά με μια μεγαλόστομη διακήρυξη υπέρ της «πλήρους ενσωμάτωσης των ψυχικά πασχόντων στην κοινότητα, με την παροχή υπηρεσιών στην κοινότητα, παρά σε ιδρύματα» («Progress Report” της “New Freedom Initiative”, Μάρτιος 2004)6.

Η Επιτροπή σύστηνε το ΤΜΑΡ, ως ένα μοντέλο σχεδίου φαρμακευτικής θεραπείας, η οποία δείχνει μια «βασισμένη στην εμπειρία πρακτική (evidence based practice) που οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα στους καταναλωτές»7.

 

ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

 

Ωστόσο, το Texas project ήρθε μ’ έναν εκκωφαντικό τρόπο στο προσκήνιο της δημοσιότητας στις ΗΠΑ όταν, τον Μάιο του 2004, ο Allen Jones, ένας αξιωματούχος του Γραφείου του Γενικού Επιθεωρητή (Inspector General) στην Πενσυλβάνια, που συμμετείχε στην εφαρμογή, σ’ αυτήν την πολιτεία, μιας εκδοχής αυτού του προγράμματος, αποκάλυψε ότι «ανώτεροι υπάλληλοι σε κρίσιμα πόστα για την υλοποίηση του σχεδίου χορήγησης των φαρμάκων, έλαβαν χρήματα και δώρα από τις φαρμακευτικές εταιρείες που ενδιαφέρονται για τον φαρμακευτικό αλγόριθμο»8. O Jones απολύθηκε, γι’ αυτές τις αποκαλύψεις του, ένα μήνα μετά.

Ο Jones είχε δηλώσει, τότε, ότι «η ίδια πολιτικο-φαρμακευτική συμμαχία, που βρίσκονταν πίσω από το ΤΜΑΡ, χρησιμοποιούσε την «New Freedom Commission», για να ενισχύσει το ΤΜΑΡ ώστε να γίνει ολοκληρωμένη εθνική πολιτική για την θεραπεία των ψυχικών διαταραχών με ακριβά και πατενταρισμένα φάρμακα, που έχουν αμφίβολα αποτελέσματα και θανάσιμες παρενέργειες και να αναγκάσει τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες να πληρώνουν αυτά τα φάρμακα».

Η ολανζαπίνη (Zyprexa), που φιγουράρει ως πρώτης γραμμής φάρμακο στο ΤΜΑΡ, είχε έσοδα από τις παγκόσμιες πωλήσεις της, το 2003, 4,28 δισ. δολάρια, αποτελώντας το πρώτο σε πωλήσεις φάρμακο της Elli Lilly. Τα έσοδα από την ολανζαπίνη ανήλθαν σε περισσότερο από το ένα τρίτο των εσόδων από τις συνολικές πωλήσεις της Lilly. Σύμφωνα με τους New York Times (άρθρο του Gardiner Harris το 2004), 2,63 δισ. δολάρια ήταν τα έσοδα από τις πωλήσεις της ολανζαπίνης στις ΗΠΑ, εκ των οποίων το 70% πληρώνεται από κρατικές υπηρεσίες (Medicare, Medicaid)9.

 

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Κύκλοι μέσα από το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (γύρω από τον γερουσιαστή Ron Paul), δήλωναν, τον Σεπτέμβρη 2004, ότι «η φαρμακευτική βιομηχανία έπεισε τον πρόεδρο Μπους να υποστηρίξει τον υποχρεωτικό έλεγχο της κατάστασης ψυχικής υγείας κάθε παιδιού στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανόμενων αυτών της προσχολικής ηλικίας και συνεχίζει τώρα τις προσπάθειές της για να πείσει το Κογκρέσσο... Το σχέδιο αυτό δεν είναι παρά μια δυσκόλως υποκρυπτόμενη προσπάθεια των φαρμακευτικών εταιρειών να επιτύχουν μιαν ευρύτερη αγορά για τα πανάκριβα αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωτικά τους φάρμακα, βάζοντας την κυβέρνηση σε περιοχές της ζωής των Αμερικανών που μέχρι τώρα δεν της ανήκαν... Το πραγματικό όφελος για τις φαρμακευτικές εταιρείες θα είναι η αναγκαστική χορήγηση φαρμάκων στα παιδιά, την οποία θα έχει ως αποτέλεσμα – όπως μάθαμε μ’ ένα τραγικό τρόπο με τη Ritalin – ακόμα και όταν οι γονείς αρνούνται» (Kent Snyder, εκ μέρους της Liberty Committee, που ίδρυσε ο Paul)10. Μάλιστα ο Paul κατέθεσε μια τροπολογία ενάντια στην συμπερίληψη στον σχετικό οικονομικό προϋπολογισμό για το 2005, του σχεδίου για τον υποχρεωτικό έλεγχο και χορήγηση ψυχοφαρμάκων στα παιδιά.

Γενικά, τα σχέδια του Μπους ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων από όλο το πολιτικό φάσμα. Χαρακτηρίστηκαν ως η πιο ολοκληρωτικού χαρακτήρα προσπάθεια για να αναχθεί η διαφωνία, ή η «παρέκκλιση» σε παθολογία (σε ψυχική διαταραχή) –δεδομένου ότι, όπως υπολόγιζε η επιτροπή που συγκρότησε την πρόταση, διαμέσου των σχολείων και μόνο, θα μπορούν να ελέγξουν 52 εκατομμύρια μαθητές και 6 εκατομμύρια ενήλικες που δουλεύουν στα σχολεία11.

 

Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ. ΠΡΩΤΟ ΜΕΤΡΟ, Η ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΣ

Καταλαβαίνει κανείς ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες θα χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο στη διάθεσή τους, από τη μια για να μεγαλοποιήσουν τη δραστικότητα και να πολλαπλασιάσουν τις ενδείξεις χρήσης του φαρμακευτικού τους προϊόντος και από την άλλη για να μειώσουν ή και να εξαφανίσουν τη δημοσιοποίηση των κινδύνων από τη χρήση του.

Ο Jones δεν είχε παραλείψει να σημειώσει ότι οι εταιρείες που συμμετείχαν στο ξεκίνημα του “Texas project” ήταν και οι μεγάλοι χρηματοδότες της προεκλογικής εκστρατείας του Μπους – την ίδια στιγμή που μέλη της παραπάνω αναφερθείσας New Freedom Commission είχαν χρηματίσει μέλη συμβουλευτικών επιτροπών των ίδιων αυτών εταιρειών και άλλα είχαν άμεση σχέση με το ΤΜΑΡ12.

Είναι γνωστό ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες συνεισέφεραν στην προεκλογική εκστρατεία του Μπους τρεις φορές περισσότερα χρήματα απ’ ό,τι σ’ αυτήν του Κέρι. Από τα 1,6 δισ. δολάρια των εισφορών της Eli Lilly στα πολιτικά κόμματα, το έτος 2000, το 82% πήγε στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και στον Μπους. Ήταν τότε που ο Μπους, στην προεκλογική του εκστρατεία, υποστήριζε ανοιχτά το Texas project και, επίσης, το γεγονός ότι η νομοθεσία που είχε περάσει, επεξέτεινε την κάλυψη των ψυχοφαρμάκων από το ομοσπονδιακό πρόγραμμα Medicaid.

Αλλά και άλλες φαρμακευτικές εταιρείες, που βρίσκονται πίσω από το Texas project, χρηματοδοτούσαν γενναία (και εξακολούθησαν και το 2004) την προεκλογική εκστρατεία του Μπους (είχαν δώσει, μέχρι τον Απρίλη 2004, 764.274 δολ. στον Μπους και μόλις 149.400 δολ. στον Κέρι).

 

ELI LILLY ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΠΟΥΣ : ΜΙΑ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΗ ΣΧΕΣΗ ΑΓΑΠΗΣ

Ειδικότερα, για τις σχέσεις της Eli Lilly με την οικογένεια Μπους, πολλοί μιλούν για δεσμούς που ισοδυναμούν με ένα Lillygate (τα στοιχεία από το άρθρο του Bruce Levine).

Για να γίνει ανάγλυφα κατανοητό πώς ασκούνται οι επηρεασμοί και τι πραγματικά είναι η περίφημη «διαπλοκή», αρκεί να δει κανείς ποιοί βρίσκονται ή βρίσκονταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις της Eli Lilly:

  • ο πατήρ Μπους, πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, πρώην αρχηγός της CIA, πρώην μέλος του συμβουλίου των διευθυντών (Board of Directors) της Lilly.

  • ο Sidney Taurel, γενικός διευθυντής (chief executive officer - CEO) της Lilly, που διορίστηκε, από τον πρόεδρο Μπους τον νεότερο, μέλος του Homeland Security Council (Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας).

  • ο Ken Lay, πρώην CEO της Enron και πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Lilly.

  • ο Mitch Daniels, πρώην διευθυντής Διαχείρισης και Προϋπολογισμού του Μπους και πρώην αντιπρόεδρος της Lilly.

  • η Εθνική Συμμαχία για τους Ψυχικά Ασθενείς (Νational Alliance for the Mentally Ill - NAMI)13.

  • Επιπλέον, μερικά από τα μέλη της New Freedom Commission, ήταν μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, ενώ άλλα είχαν άμεσους δεσμούς με το ΤΜΑΡ.

 

Για να επανέλθουμε στο παράδειγμα της ολανζαπίνης (Zyprexa), η σημασία της ήταν ζωτική για την Lilly, δεδομένου ότι το πλέον φημισμένο προϊόν της, το Prozac, είχε πάρει την κατιούσα στις πωλήσεις, μετά την απώλεια της προστασίας της ευρεσιτεχνίας (patent) και από 2 δισ. δολ. ετήσια έσοδα κάποτε, έπεσε, το 2003, στα 645,1 εκατ. δολάρια. Οι προειδοποιήσεις ότι η ολανζαπίνη μπορεί να προκαλεί διαβήτη (αρχικά από βρετανικές και ιαπωνικές υπηρεσίες και το 2003 και από το Food and Drug Administration -FDA- των ΗΠΑ) δεν την εμπόδισαν να παρουσιάζει αύξηση κατά 16% στις πωλήσεις της το 2002, την ίδια στιγμή που η Lilly προωθούσε τις πωλήσεις των αντιδιαβητικών της φαρμάκων (Actos, Humulin, Humalog), που απέφεραν 2,51 δισ. δολάρια το 2003, προκαλώντας εύλογα σχόλια (με το ένα φάρμακο προκαλούμε διαβήτη και με το άλλο τον θεραπεύουμε).

Θα αναφέρουμε μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα για το πώς η Εli Lilly αξιοποιεί και χρησιμοποιεί τις σχέσεις διαπλοκής.

Οταν το 2002 ο Μπους υπέγραψε την Homeland Security Act για να «θωρακίσει», υποτίθεται, την χώρα απέναντι στη «τρομοκρατία» (μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001), δεν παρέλειψε, όπως αποκάλυψαν οι New York Times, στις 25 Νοέμβρη 2002, να περάσει, την τελευταία στιγμή, ένα πρωτοφανές άρθρο, θαμμένο μέσα στον όγκο του νομοσχεδίου, που προστατεύει την Eli Lilly και μερικές άλλες γιγάντιες φαρμακευτικές εταιρείες από μηνύσεις γονέων, που θεωρούν ότι τα παιδιά τους είχαν βλαφθεί από το thimerosal. Το thimerosal είναι ένα συντηρητικό που περιέχει υδράργυρο και χρησιμοποιούνταν από την Eli Lilly και άλλες εταιρείες στην παρασκευή εμβολίων. Το 1999, η Αμερικάνικη Ακαδημία Παιδιάτρων και η Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας ζήτησαν από τους κατασκευαστές εμβολίων να πάψουν να χρησιμοποιούν συντηρητικά που περιέχουν υδράργυρο. Και ενώ, ήδη το 2002, υπήρχαν μια σειρά από μηνύσεις που έσυραν την Lilly στα δικαστήρια, ο πρόεδρος Μπους διόρισε τον γενικό διευθυντή της Sidney Taurel, ως μέλος της Homeland Security Advisory Council14.

Αυτός ο τρόπος λειτουργίας με τη μια ή την άλλη διαφοροποίηση, ανάλογα με την περίπτωση, αφορά όλες τις φαρμακευτικές εταιρείες, στην δομική διαπλοκή τους σε κάθε χώρα με τους εκάστοτε κυβερνώντες και την πλειονότητα του ιατρικού σώματος. Αν, ως πρώτο βήμα, δεν αναγνωρίσουμε την πραγματικότητα, ως αυτή που πραγματικά είναι, δεν μπορούμε να την αλλάξουμε.

 

Αναφορές:

1. Jeanne Lenzer, “Bush plans to screen whole US population for mental illness”, British Medical Journal, 19 Ιουνίου 2004, 328:1458.

2. ό.π.

3. ό.π.

4. The New American “ No child left unmedicated?”, 12 Ιουλίου 2004.

5. Jeanne Lenzer, BMJ,

6. ό.π.

7. ό.π.

8. The Allen Jones whistleblower report, 20 Γενάρη 2004 & ΒΜJ,

9. Βruce Levine “Eli Lilly and the Bush family – the deseasing of our malaise” στηνιστοσελίδα La leva Di Archimede.

Ron Strom, “Forced mental screening hits roadblock in House”, 9 Σεπτέμβρη 2004, WorldNetDaily.com.

2. ό.π.

10. Bruce Levine,

11. ό.π.

12. ό.π.

13. ό.π.